Ιστορικό σημείωμα Δήμου Βέλου-Βόχας

Η περιοχή που σήμερα καταλαμβάνει ο Δήμος Βέλου-Βόχας ήταν από την αρχαιότητα ξακουστή για τον πλούτο και την γονιμότητα της γης.

«Εἰ το μέσον κτήσαιο Κορίνθου καὶ Σικυῶνος!», δηλαδή «Αν αποκτήσεις τη γη ανάμεσα στην Κόρινθο και τη Σικυώνα!», ήταν η απάντηση του Μαντείο των Δελφών σε κάποιον  – κατά ορισμένους τον ίδιον τον Αίσωπο – όταν ρώτησε το πώς θα μπορούσε να γίνει πραγματικά πλούσιος.

Η θεϊκή αυτή καθοδήγηση, την οποία μάς μεταφέρει ο Αθήναιος στο έργο του «Δειπνοσοφισταί» των αρχών του τρίτου αιώνα μ.Χ., αν και αμφισβητείται από κάποιους ως προς την αυθεντικότητά της, αναδεικνύει ξεκάθαρα την ουσία του τόπου αυτού: μια γη ευλογημένη και πλούσια, που από την αρχαιότητα μάγευε όσους αναζητούσαν μόνιμη κατοικία και καρποφόρα εδάφη.

Στα βάθη των Μύθων

 Η περιοχή πρωτοαπαντάται στις ιστορίες της Ελληνικής μυθολογίας λόγω του όρους Απέσας, γνωστού σήμερα ως Φουκάς ή Φωκάς. Στην κορυφή του, που δεσπόζει περήφανα ανάμεσα στους κάμπους της Βόχας στα βόρεια και της Νεμέας στα νότια, ο θρυλικός Περσέας προσέφερε θυσία στον πατέρα των Θεών και των Ανθρώπων, τον Δία, τον οποίο απεκάλεσε Απεσάντιο.

Λέγεται ότι ο ήρωας, μετά τον θρίαμβό του επί της φοβερής Μέδουσας, ανήλθε στην κορυφή του όρους και, σε έναν βωμό που υπήρχε εκεί, τέλεσε τη ιερή τελετουργία προς τιμήν του πανίσχυρου θεού.

Παράλληλα, η μυθολογία μάς προσφέρει αναφορές και για το μεγαλύτερο ποτάμι της βόρειας Κορινθίας, τον θρυλικό Ασωπό. Το ποτάμι αυτό, που πηγάζει στα βάθη της Νεμέας και εκβάλλει στον Κορινθιακό κόλπο, δεν ήταν απλώς ένα φυσικό στοιχείο του τοπίου, αλλά ένας θεοποιημένος ποταμός, στενά συνδεδεμένος με τη διαχείριση του νερού και την εύφορη γη της σημερινής Βόχας. Οι αρχαίοι πρόγονοί μας τον τιμούσαν, αναγνωρίζοντας τη ζωογόνο του δύναμη και τη σημασία του για την ευημερία της περιοχής.

Ο μύθος μάς λέει ότι κόρη του ποταμού Ασωπού, μεταξύ άλλων, ήταν η Αίγινα, την οποία ερωτεύτηκε και έκλεψε ο Δίας. Ο ποτάμιος θεός αναζητώντας τη θυγατέρα του έφτασε στην Κόρινθο και ζήτησε από τον τότε βασιλιά της, τον παμπόνηρο Σίσυφο να του πει αν ξέρει κάτι. Ο βασιλιάς της Κορίνθου, που η πόλη του μαστιζόταν από την έλλειψη νερού ακόμη κι εκείνες τις μακρινές εποχές, ζήτησε από τον Ασωπό μία πηγή στην κορυφή του Ακροκόρινθου για να του αποκαλύψει τι έχει γίνει με την κόρη του. Πράγματι, ο θεός έδωσε στον Σίσυφο αυτό που ζητούσε και ο παμπόνηρος άρχοντας αποκάλυψε την κλοπή της κόρης από τον Δία.

Γι’ αυτήν του την αποκάλυψη ο Σίσυφος τιμωρήθηκε από τον Δία, αλλά ο Ακροκόρινθος ακόμη και σήμερα έχει στα πλατώματα της κορυφής του μια σπουδαία πηγή νερού!

Πρώτοι Οικισμοί

Η γη αυτή, τόσο πλούσια και ευλογημένη, έγινε πόλος έλξης για τους ανθρώπους από τα προϊστορικά χρόνια. Η εύφορη πεδιάδα, που έμοιαζε να προσφέρει απλόχερα τους καρπούς της, φιλοξένησε τους πρώτους κατοίκους ήδη από την Προϊστορική εποχή.

Συγκεκριμένα, στα βόρεια του χωριού Σουληνάρι, πάνω σε έναν μικρό λόφο που δεσπόζει στα όρια του Ζευγολατιού, βρίσκεται η περιοχή γνωστή σήμερα ως Ντοράτι ή Ντάρανι. Εκεί σώζονται τα απομεινάρια μιας μυκηναϊκής πόλης, μια μαρτυρία της μακράς και πλούσιας ιστορίας της περιοχής. Η θέση αυτή, 5,5 χιλιόμετρα βόρεια από την κορυφή του μυθικού όρους Απέσα, εποπτεύει την παράκτια πεδιάδα της σημερινής Βόχας και τον ποταμό Νεμέα, που ρέει στα δυτικά, ενώ βρίσκεται δίπλα στον αρχαίο δρόμο που συνέδεε τις ακτές του Κορινθιακού με την ενδοχώρα της Νεμέας.

Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως πλήθος ευρημάτων, τα περισσότερα από τα οποία χρονολογούνται στην προϊστορική εποχή, από τη νεολιθική έως την Υστεροελλαδική περίοδο. Λιγότερα ευρήματα αντιστοιχούν στη Γεωμετρική και την Αρχαϊκή εποχή.

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο, όμως, ήταν τα αρχιτεκτονικά λείψανα στην επιφάνεια, τα οποία ανήκαν σε ένα μεγάλο κτηριακό συγκρότημα. Οι γεωφυσικές έρευνες επιβεβαίωσαν την ύπαρξη μιας πυκνοκατοικημένης μυκηναϊκής πόλης, που στέκει ως απόδειξη της σημαντικής οικιστικής δραστηριότητας και του πλούτου της περιοχής εκείνης.

Οι Αρχαίες Ορνεαί

Τα παραπάνω ευρήματα οδήγησαν τις διακεκριμένες αρχαιολόγους  Marchand και Τζώνου στη διατύπωση της άποψης ότι έχουμε να κάνουμε με έναν ακμαίο και εκτεταμένο μυκηναϊκό οικισμό, ελάχιστης έκτασης 106.000 τ.μ., ο οποίος ταυτίζεται από την με την κορινθιακή πόλη Ορνεαί που μαρτυρείται στον ομηρικό «Κατάλογο των Νηών».

Συγκεκριμένα ο Όμηρος στην Β΄ Ραψωδία της Ιλιάδας αναφέρει:

ἀφνειόν τε Κόρινθον ἐϋκτιμένας τε Κλεωνάς

 Ὀρνειάς τἐνέμοντο Ἀραιθυρέην τἐρατεινὴν

καὶ Σικυῶν᾽, ὅθἄρἌδρηστος πρῶτἐμβασίλευεν

(μετ. και την πλούσια Κόρινθο και τις καλοχτισμένες Κλεωνές,

και ζούσαν στις Ορνειές και στην όμορφη Αραιθυρέη,

και στην Σικυώνα, όπου πρώτα βασίλευε ο  Άδραστος,)

Τοποθετώντας μ’ αυτή την αναφορά τις Ορνειές στις πόλεις μεταξύ της Κορίνθου και της Σικυώνας. Αυτή η αναφορά καθώς και τα αρχαιολογικά δεδομένα μιας μεγάλης μυκηναϊκής πόλης, που άνθισε στην περιοχή Ντοράτι του σημερινού Ζευγολατιού οδηγούν τους αρχαιολόγους στην ταύτιση με τις μυκηναϊκές Ορνειές.

Η θέση είναι κηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος με την ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ04/39149/1405/14-8-1985 (ΦΕΚ 611/Β/8-10-1985).

Άλλες προϊστορικές εγκαταστάσεις έχουν εντοπιστεί στην ευρύτερη περιοχή της Στιμάγκας, στη θέση «Στρογγυλό», στην «Ευαγγελίστρια», καθώς και στη «Ράχη Αρατζά». Επίσης, μυκηναϊκοί οικισμοί έχουν εντοπιστεί στις Κρήνες στη θέση «Λιθαράκια», καθώς και στη θέση «Ζάκουρα» όπου βρέθηκε και συλημένος μυκηναϊκός, θολωτός τάφος.

Από την αρχαϊκή έως την ρωμαϊκή εποχή

Την περιοχή του σημερινού δήμου Βέλου-Βόχας διέσχιζε ο δρόμος που ένωνε την Κόρινθο με την Σικυώνα, αλλά και η οδός που οδηγούσε στη Νεμέα, κατά μήκος της κοιλάδας του σημερινού ποταμού Ζαπάντη, στους πρόποδες του Απεσάντιου όρους.

Γι’ αυτό το λόγο ιστορικές πληροφορίες αντλούμε κυρίως από τις αναφορές των αρχαίων περιηγητών.

Ο ποταμοχείμαρρος που σήμερα γνωρίζουμε ως Ζαπάντη, στην αρχαιότητα έφερε το όνομα Νέμεας Ποταμός, αντλώντας την ονομασία του από την πηγή του, στα εύφορα εδάφη της Νεμέας. Κατά μήκος της κοιλάδας του, εκτεινόταν ο αρχαίος δρόμος που ένωνε το «Σικυώνιο πεδίο» — όπως ονομαζόταν τότε η περιοχή του κάμπου της Βόχας — με την επιβλητική πόλη της Αρχαίας Νεμέας. Αυτός ο ποταμός δεν ήταν απλώς ένα υδάτινο ρεύμα, αλλά ένας ζωντανός σύνδεσμος ανάμεσα σε σημαντικά κέντρα, διατρέχοντας τοπία γεμάτα ιστορία και μυθικές αφηγήσεις.

Η κοιλάδα του Νέμεα ποταμού έγινε πολλές φορές το θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων κυρίως κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Σπαρτιάτες και Αθηναίοι με τους συμμάχους τους συγκρούστηκαν μεταξύ τους σε μία θρυλική μάχη που ονομάζεται από τους ιστορικούς «Μάχη του Νέμεα ποταμού» και συνέβη το 395 π.Χ., κατά τη διάρκεια του Κορινθιακού πολέμου.

Τότε, οι δυνάμεις του αντιλακωνικού συνασπισμού συγκρούστηκαν με τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους στη κοιλάδα του Ζαπάντη, κοντά στο σημερινό Σουληνάρι. Οι Σπαρτιάτες, υπό τον Αριστόδημο, νίκησαν, διαλύοντας τις αθηναϊκές φάλαγγες και υποχρεώνοντας τις αντίπαλες δυνάμεις σε φυγή. Αν και οι απώλειες των Σπαρτιατών ήταν ελάχιστες, οι σύμμαχοί τους υπέστησαν βαρύτερες. Ο αντιλακωνικός συνασπισμός μέτρησε πάνω από 2.800 νεκρούς. Παρά τη νίκη τους, οι Σπαρτιάτες δεν κατάφεραν να περάσουν την Κόρινθο και να προελάσουν στη Στερεά Ελλάδα. Από τους ιστορικούς αναφέρεται ότι σε ανάμνηση της μάχης ο Σπαρτιάτης στρατηγός Αριστόδημος έστησε μνημείο.

Την ίδια εποχή φαίνεται ότι άκμαζε στην περιοχή «Ευαγγελίστρια» της σημερινής Στιμάγκας η αρχαία πόλη Θυαμία.

Στην διάρκεια των Ελληνιστικών Χρόνων αλλά και στη Ρωμαϊκή Εποχή η περιοχή ανήκε στη Σικυώνα, την οποία ανύψωσε σε ηγεμόνα πόλη ο Δημήτριος ο Πολιορκητής. Όταν το 146 π.Χ. οι Ρωμαίοι κατέκτησαν την Κορινθία και κατέστρεψαν την Κόρινθο, η γη που σήμερα απλώνεται στον Δήμο Βέλου-Βόχας περιήλθε εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά στη Σικυώνα.

Η περιοχή οδηγήθηκε σταδιακά σε παρακμή, τόσο που όταν τον 1ο μ.Χ. ο Παυσανίας τη διέσχισε κατευθυνόμενος από Κόρινθο προς Σικυώνα, δε βρήκε παρά τα ερείπια ενός μισοκαμμένου ναού του Δία…

Βυζαντινοί Χρόνοι, Ενετοκρατίες και Τουρκοκρατία

Ο τόπος ακολούθησε την μοίρα της υπόλοιπης Κορινθίας και της βορειοανατολικής Πελοποννήσου κατά τα πρώτα βυζαντινά χρόνια, ώσπου το 396 μ.Χ. οι ορδές των Γότθων του Αλάριχου τον ισοπέδωσαν ολοκληρωτικά. Μετά την καταστροφή, τα ίχνη του τόπου χάνονται σε μια μακρά, αινιγματική και σκοτεινή περίοδο, κατά την οποία ελάχιστα γεγονότα διασώζονται, εκτός ίσως από τους καταστροφικούς σεισμούς του 522 και 551 μ.Χ. που ισοπέδωσαν τα πάντα.

Στην περιοχή του Ζευγολατιού όμως φαίνεται ότι λειτουργούσαν Ρωμαϊκά Λουτρά κατά τον 4ο μ.Χ. αιώνα τα οποία ανασκάφηκαν σε τοποθεσία που βρίσκεται δίπλα στα παλιά διόδια της νέας Εθνικής Οδού. Επίσης, στην περιοχή της Στιμάγκας, όπως αναφέρει ο Μιχάηλ Κορδώσης,  υπάρχουν ενδείξεις κατοικήσεως από την πρωτοβυζαντινή ήδη εποχή. Επιπλέον, ο Ναός του Αγίου Ιωάννου που βρίσκεται ένα χιλιόμετρα δυτικά της Στιμάγκας έχει χτιστεί πάνω σε ένα αρχαϊκό κτήριο που μετασκευάστηκε στους πρωτοβυζαντινούς χρόνους, μαρτυρώντας την ύπαρξη οργανωμένου οικισμού στην περιοχή.

Ωστόσο, ο τόπος μαστίζεται από συνεχείς επιδρομές, όπως η μεγάλη επιδρομή των Νορμανδών στις αρχές του 12ου αιώνα. Ο πληθυσμός λιγοστεύει αλλά δεν εγκαταλείπει τη γη του.

Λίγο αργότερα κατασκευάζονται δύο βυζαντινά εκκλησάκια στον οικισμό των Ταρσινών: της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και της Ευαγγελίστριας αφήνοντας με τη σειρά τους ένα αποτύπωμα για την διαρκή κατοίκηση της περιοχής.

Φτάνοντας στην πρώτη Ενετοκρατία, το όρος Απέσας, πλέον γνωστό ως Φουκάς, αναδείχθηκε σε στρατηγικό φρούριο. Η κορυφή του έδενε οπτικά τον Ακροκόρινθο με το Γαβριά, προσφέροντας εποπτεία στην πεδιάδα της Νεμέας, τα περάσματα προς την Αργολίδα, καθώς και τη Βόχα και τις ακτές του Κορινθιακού κόλπου.

Τα τείχη που σώζονται ακόμα γύρω από το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής αποκαλύπτουν την ύπαρξη ενός οργανωμένου φρουρίου, που φιλοξενούσε κατοίκους κυρίως κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας, διατηρώντας τον τόπο ζωντανό και σε αυτή τη δύσκολη εποχή.

Την ίδια εποχή στη Στιμάγκα οχυρώνεται πύργος στο λόφο της Ευαγγελίστριας ο οποίος αποκαθιστά την οπτική επικοινωνία με το Ψάρι, το Καίσαρι και τον κάμπο της Στυμφαλίας, αλλά και το Κούτσι – Νεμέα στα νότια.

Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 η περιοχή ακολουθεί τη μοίρα του Δεσποτάτου του Μοριά και παραδίδεται στους Τούρκους την Άνοιξη του 1458.

Μέσα σε εκείνη τη σκοτεινή και με λίγα ιστορικά στοιχεία, περίοδο, εντοπίζεται η πρώτη οίκηση του Ζευγολατιού. Ο Μιχαήλ Κορδώσης στο έργο του «Συμβολή στην Ιστορική Γεωγραφία της Κορινθίας»μάς λέει πώς το έτος 1365 στα έγγραφα του Νικολάου Acciaiuoli που αφορούν στην Καστελλανία της Κορίνθου και μάλιστα στην περιοχή των Βασιλικών, συναντάμε δύο φορές το τοπωνύμιο Ζευγολατειό.

Φαίνεται πώς ο οικισμός, αρχικά λειτουργούσε ως ένα υποστατικό με μεγάλες εκτάσεις υπό την εποπτεία του. Η σημαντική αυτή κτηματική δύναμη ήταν ο λόγος που ονομάστηκε Τρανό Ζευγολατιό, για να ξεχωρίζει από τα μικρότερα ζευγολατιά της περιοχής. Το όνομα αντανακλά τη δύναμη και το κύρος που είχε αυτός ο τόπος, ο οποίος δέσποζε στην ευρύτερη περιοχή, αφήνοντας το στίγμα του στην ιστορία.

Παράλληλα, όπως μας παραδίδεται από τις καταγραφές στο αρχείο Nani, στον κάμπο της Βόχας υπάρχουν διάφοροι μικροί οικισμοί, όπως: Αχμέτη κοντά στις σημερινές Κρήνες, Ζαπάντι κοντά στο σημερινό Σουληνάρι, Καλέντζι βόρεια του όρους Φουκάς, τοπωνύμιο που χάθηκε μετά την Β΄Ενετοκρατία και επανήλθε πολύ αργότερα. Λίγο έξω από το Βέλο καταγράφεται ο οικισμός Κούρμπεη και δίπλα στις Κρήνες το Λουγκάτι, ενώ ανάμεσα στην Νεράντζα και το Κοκκώνι τοποθετείται ο οικισμός Κυπαρίσσι και ανάμεσα στο Βραχάτι και το Μπολάτι ο οικισμός Mussoli. Η Μπόσνα εμφανίζεται τόσο στο Αρχείο Nani όσο και στις καταγραφές του Πουκεβίλ και τοποθετείται κοντά στο Τρανό Ζευγολατιό, ενώ το Σινάνι και το Σκραπάνι βρίσκονται κοντά στην Στιμάγκα.

Στο αρχείο Nani έχουμε και τις πρώτες καταγραφές των χωριών της Βόχας τα οποία υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Έτσι, καταγράφεται αραιά στην αρχή και πολύ πυκνά μετά την Β΄ Ενετοκρατία το χωριό Βέλου ή Βέλο υπό τον τύπο κυρίως, Βέλλιο. Το Βραχάτι το όνομα του οποίου σύμφωνα με τις πηγές προέρχεται από Τούρκο τσιφλικά, καθώς και το Ιμπραήμπεη που αντιστοιχεί στο σημερινό χωριό Κρήνες. Επίσης, το Χασάναγα δηλαδή το σημερινό Βοχαϊκό, αλλά και το Χατζημουσταφά η σημερινή Ευαγγελίστρια.

Το Μπολάτι υπάρχει σε όλα τα βενετσιάνικα κατάστιχα με τον χαρακτηρισμό «Μεγάλο», ενώ από τις αναφορές δεν λείπουν το Κοκκώνι, η Νεράντζα, η Πουλίτσα, η Στιμάγκα και τα Ταρσινά. Τέλος, για πρώτη φορά εμφανίζεται η ονομασία με την οποία είναι γνωστός ακόμη και σήμερα ο εύφορος κάμπος: η Βόχα.

Μετά την Β΄ Ενετοκρατία ακολουθεί και πάλι Τουρκοκρατία, αλλά πλέον τα πράγματα έχουν αλλάξει σημαντικά για τους κατοίκους όχι μόνο της Βόχας αλλά όλης της Κορινθίας και της Πελοποννήσου που ετοιμάζονται να διεκδικήσουν τη λευτεριά και την ανεξαρτησία τους.

Ελληνική Επανάσταση

Ήδη από τα προεπαναστατικά χρόνια ο πληθυσμός στην περιοχή του σημερινού Δήμου Βέλου-Βόχας έχει αυξηθεί, ενώ ο κάμπος της Βόχας τροφοδοτούσε με την ευφορία και τον πλούτο του τον διακαή πόθο για την ελευθερία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Παναγιώτης Οικονόμου από το Ζευγολατιό για την οικογένεια του οποίου έγγραφο της Υψηλής Πύλης το 1750 γράφει ότι αν δεν παύσει τις επαναστατικές ενέργειες θα τιμωρηθεί βάναυσα από τους Οθωμανούς. Άλλος γνωστός προεστός με επαναστατικές και φιλελεύθερες τάσεις ήταν ο Γεώργιος Πιτσούνης επίσης από το Ζευγολατιό, ο οποίος σκοτώθηκε τον Απρίλιο του 1821 από τα στρατεύματα του Κεχαγιάμπεη που προσπαθούσαν να καταπνίξουν την Επανάσταση, που μόλις είχε ξεσπάσει.

Σε όλη τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, όπως μαρτυρούν τα έγγραφα που φυλάσσονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, ήταν πολλοί οι αγωνιστές της περιοχής που έλαβαν μέρος. Ενδεικτικά αναφέρουμε:

Από το Βέλο ο Αναστάσιος Θεοδώρου, ο Λάζος Κώστας και ο Τζουλούφας Γεώργιος. Από το Βραχάτι ο Ζούβας Νικολός, ο Ζιούβας Αγγελής, ο Γεώργιος Καρίδης, ο Αθανάσιος Οικονόμου (ιερέας), ο Πανούσης Παναγιώτης (ιερέας), ο Πρωτοπαπάς Αναγνώστης, ο Τριαντάφυλλος Γεώργιος κ.ά. Από τις Κρήνες ξεχωρίζει ο Πανάγου Ιωάννης και ο Μήτρος Ρομπόκος, ενώ από το Κοκκώνι ο Μιχάλης Μανιάτης και ο Γιωργάκης Μαρίνης. Στο Ελληνοχώρι διακρίνεται ο Δημήτριος Κόσκος, στο Μπολάτι ο Κωνσταντής Δημάκης και ο Δουσαΐτης Γεώργιος, στο Βοχαϊκό ο Αναγνώστης Μπάρτζης, Κολιός Μπιτσάκος και ο Γεώργιος Ψαχούλιας, στην Ευαγγελίστρια ο Μήτρος Σκούρτης ή Σκουρτόπουλος και ο παπα-Παναγιώτης Κωνσταντίνου και στην Πουλίτσα ο Αναγνώστης Νάκος, ο Αναστάσιος Κόρκας και ο Δημητράκης Κορδώσης. Η Στιμάγκα πρόσφερε στον Αγώνα πολλούς σπουδαίους πολεμιστές όπως ο Νικολός Μπερτσεκάς, ο Γιώργος Κουμπής και ο Πέτρος Ψυχογιός. Τέλος, από το Τρανό Ζευγολατιό διακρίθηκαν ολόκληρες οικογένειες, όπως: οικογένεια Αναστασίου, η μεγάλη οικογένεια των Βουδουραίων με προεξάρχοντα τον Αθανάσιο Βουδούρη ο οποίος έπεσε μαχόμενος δίπλα στον Ιωάννη Νοταρά και τον Γεώργιο Καραϊσκάκη στη μάχη του Αναλάτου, η οικογένεια των Λεκαίων όπου ξεχωρίζει ο παπα-Λέκας Αθανάσιος ο οποίος έγινε η αφορμή να αλλάξει το όνομα της οικογένειας σε Παπαλέκα, η οικογένεια Μαζιώτη, η οικογένεια Μπάρτζη όπου διακρίνεται ο Αναγνώστης Μπάρτζης ο οποίος συμμετείχε στην πρώτη γραμμή σε πολλές μάχες της Επανάστασης, η οικογένεια Μπούλια, η οικογένεια Οικονόμου από την οποία διακρίθηκε ιδιαίτερα ο Δημήτρης Οικονόμου, η οικογένεια Σαρρή κ.ά.

Ξεχωριστή αναφορά θα κάνουμε στην οικογένεια Πιτσούνη ή Πιτζούνη και στον κύριο εκπρόσωπό της τον παπα-Θανάση Πιτσούνη, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός αξιωματικός της Βόχας, επικεφαλής των στρατευμάτων της.

Ο Αθανάσιος Πιτσούνης γεννήθηκε το 1779 στο Τρανό Ζευγολατιό της Βόχας. Σπούδασε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και στην Κωνσταντινούπολη, ενώ σύμφωνα με μαρτυρίες μόνασε για μεγάλο διάστημα πριν την Επανάσταση στο Άγιο Όρος. Ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας, μυημένος από τον ηγούμενο της Νεμέας Δανιήλ Παμπούκη.

Πολέμησε σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα για την ανεξαρτησία των Ελλήνων, δίπλα σε σπουδαίους στρατηγούς όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Ανδρούτσος, ο Νικηταράς, ο Νοταράς κ.ά. Πήρε μέρος σε θρυλικές μάχες όπως στα Δερβενάκια, στο Πατρατζίκι, στο Αγιονόρι, στο Βασιλικό, αλλά και σε όλες τις πολιορκίες του Ακροκορίνθου.

Είχε το βαθμό του εκατόνταρχου και τον συνέδεαν ισχυροί φιλικοί δεσμοί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Μετά την Επανάσταση ήταν αιρετός πληρεξούσιος και επίτροπος του Ζευγολατιού και παρασημοφορήθηκε το 1836 με τον Αργυρούν Σταυρό για τις υπηρεσίες του στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας.

Ο Κολοκοτρώνης στο Ζευγολατιό

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο από την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης είναι η σχέση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη με το Ζευγολατιό, χάριν προφανώς της φιλίας του με τον παπα-Πιτζούνη. Ο Γέρος του Μωριά βρήκε αρκετές φορές καταφύγιο στο χωριό, όπως περιγράφει και ο ίδιος στα απομνημονεύματά του. Το 1822 εν μέσω διαμάχης με τον Ιωάννη Κωλέττη που βρισκόταν στην Κόρινθο, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ερχόμενος από την Πάτρα κι αφού διαπληκτίστηκε με τους αντιπροσώπους της κυβέρνησης, κατέλυσε τη νύχτα στο Ζευγολατιό. Την άλλη μέρα εκεί τον επισκέφτηκε αντιπροσωπεία της κυβέρνησης με τη συνοδεία του Μητροπολίτη Κορίνθου αλλά και τον ίδιον τον Κωλέττη για να λήξει η παρεξήγηση και να αποκατασταθούν οι σχέσεις.

Επίσης, σύμφωνα με το αρχείο των επιστολών τόσο του Γενναίου Κολοκοτρώνη όσο και του Φωτάκου τον Ιούνιο του 1827 ο Κολοκοτρώνης καταλύει και πάλι στο Ζευγολατιό, ερχόμενος από το Ναύπλιο. Είναι η εποχή που ο Ιμπραήμ και τουρκοαιγυπτιακές ορδές του απειλούν να καταπνίξουν την Επανάσταση. Ο Αρχιστράτηγος οργανώνει την αντίσταση στο Μέγα Σπήλαιο με σειρά επιστολών που φεύγουν από το Ζευγολατιό προς τους Πετιμεζαίους, τον γιο του Γενναίο, τον υπασπιστή του Φωτάκο αλλά και την κυβέρνηση που σ’ αυτή τη κρίσιμη στιγμή του ζητά να επιστρέψει στο Ναύπλιο και να απολογηθεί!

Οι πρώτοι Δήμοι

Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830, ιδρύεται το νεοελληνικό κράτος, η λειτουργία του όμως απαιτεί πολλά πράγματα να δημιουργηθούν εξαρχής. Όπως για παράδειγμα η δημιουργία μιας Κεντρικής Τράπεζας, ώστε να λειτουργήσει η οικονομία. Η ίδρυση της Τράπεζας όμως προϋπόθετε την ύπαρξη χρυσού και ο τότε Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας μη έχοντας άλλον τρόπο για να τον αποκτήσει έθεσε ως υποθήκη τους πλούσιους σταφιδαμπελώνες της Βόχας μαζί με τους ελαιώνες της Άμφισσας.

Ταυτόχρονα, η ίδρυση του κράτους απαιτούσε δομή και διοίκηση, κυρίως σε τοπικό επίπεδο ώστε κλιμακωτά να μπορεί να λειτουργήσει και η κεντρική διοίκηση αποτελεσματικά.

Έτσι, με τον νόμο του 1834, η μικρή τότε χώρα μας, διαιρέθηκε σε δήμους.

Στην περιοχή που σήμερα εκτείνεται ο Δήμος Βέλου-Βόχας δημιουργήθηκαν δύο δήμοι ο Δήμος Απίας και ο Δήμος Αιγιαλείας.

Δήμος Απίας με έδρα την Απία ή Βραχατέικα (προφανώς το Βραχάτι). Περιλαμβάνει τα χωριά: Άσσος, Μπόσνα, Αζίζι, Βαλίδι, Βαρελλά, Κοκκώνι, Νεράντζα. Ο Δήμος περιλαμβάνει 152 οικογένειες και κατοικείται από 579 άτομα. Ο Δημότης ονομάζεται Απιεύς.

Δήμος Αιγιαλείας με έδρα την Αιγιαλεία ή Τρανό Ζευγολατειό. Περιλαμβάνει τα χωριά: Κυπαρίσσι, Χασάναγα, Χατζή Μουσταφάς, Ιμπραήμμπεϊ, Βέλλον, Πουλίτσα. Ο Δήμος περιλαμβάνει 199 οικογένειες και κατοικείται από 811 άτομα. Ο Δημότης ονομάζεται Αιγιαλεύς.

Στο ΦΕΚ 80Α΄της 28ης Δεκεμβρίου 1836 ο δήμος Απίας που περιλαμβάνει πλέον τα χωριά Βραχατέικα (Βραχάτι), Άσσος, Μπόσνα, Ασίζι, Μπολάτι, Βαρέλα, Ρικόνι και Νεράντσια έχει δήμαρχο τον Αναγνώστη Πρωτοπαπά και εισπράκτορα τον Ιωάννη Γεωργίου.

Αντίστοιχα ο δήμος Αιγιαλείας περιλαμβάνει πλέον τα χωριά Τρανόζευγαλατιό, Κυπαρίσσι, Χασάναγα, Χατζή Μουσταφά, Ιμπραήμμπεη, Βέλλο και Πουλίτσα, έχει ως δήμαρχο τον Αναγνώστη Πάνου και εισπράκτορα τον Παναγιώτη Οικονόμου.

Η Καλιφόρνια της Ελλάδος

Στα χρόνια που ήλθαν μετά τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους, οι εργατικοί κάτοικοι της Βόχας καλλιέργησαν στην εύφορη γη τους κυρίως σταφίδα, ένα προϊόν στο οποίο εν πολλοίς βασίστηκε η ελληνική οικονομία στα πρώτα δειλά βήματά της.

Όμως τα σκαμπανεβάσματα προσφοράς και ζήτησης των διεθνών αγορών, η πρόσκαιρη καταστροφή των καλλιεργειών της Γαλλίας από την φυλλοξήρα αλλά και η γρήγορη επανάκαμψή τους, δημιούργησαν ένα ασταθές οικονομικά περιβάλλον για την ελληνική σταφίδα το οποίο κατέληξε στην λεγόμενη σταφιδική κρίση.

Η περιοχή του σημερινού δήμου Βέλου-Βόχας ως εξόχως σταφιδοπαραγωγική έζησε με πολύ άσχημο και πιεστικό τρόπο τα αποτελέσματα της σταφιδικής κρίσης. Έτσι στις αρχές του 20ου αιώνα, παρά το γεγονός οι κάτοικοι διαμαρτύρονταν συχνά πυκνά με συλλαλητήρια και πορείες, η πιο παραγωγική τάξη, οι νέοι αναγκάστηκαν να αφήσουν την πατρίδα τους και να οδηγηθούν στον πικρό δρόμο της ξενιτιάς για να δώσουν μια οικονομική ανάσα στις οικογένειές τους που έμειναν πίσω.

Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα το 1890 και μετά στους καταλόγους του νησιού Έλις στην επίσημη είσοδο μεταναστών στην Αμερική, εντοπίζουμε ονόματα με τόπο καταγωγής το Ζευγολατιό, το Βραχάτι, το Βέλο, το Κοκκώνι.

Με τα χρήματα που έστελναν από την μακρινή Αμερική στήριξαν την τοπική οικονομία, αλλά και της έδωσαν νέα ώθηση, όσοι από αυτούς μετά από λίγα χρόνια γύρισαν στα πατρώα εδάφη και επιχείρησαν να ξεκινήσουν και χτίσουν την ζωή τους εδώ.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της βοήθειας των μεταναστών στην πατρίδα, η δημιουργία της Γεωργικής Σχολής ΑΧΕΠΑ, η οποία λειτουργεί ως Πρακτικό Γεωργικό Σχολείο έως και σήμερα. Η Γεωργική Σχολή ΑΧΕΠΑ η οποία κατασκευάστηκε με χρήματα των Ελλήνων μεταναστών, εγκαινιάστηκε στις 31 Μαρτίου 1934 και στην τελετή παραβρέθηκαν εκτός από τα εξέχοντα μέλη της οργάνωση «Αχέπα», ο πρωθυπουργός της χώρας κ. Τσαλδάρης, ο Μητροπολίτης Κορίνθου Δαμασκηνός, καθώς και ο Αμερικανός πρέσβης Μακ Βέη.

Εκείνη την εποχή του μεσοπολέμου ήταν για την περιοχή μια εποχή οικονομικής ανάπτυξης και δημιουργίας.

Είχε προηγηθεί, όμως, η Μικρασιατική Καταστροφή και σε δύο από τα χωριά του σημερινού δήμου, στο Βέλο και στο Βραχάτι, είχαν δημιουργηθεί οικισμοί προσφύγων κοντά στην παραλιακή ζώνη. Επίσης, αρκετοί πρόσφυγες φιλοξενήθηκαν στις Κρήνες και στο Μπολάτι.

Οι πρόσφυγες έφεραν μαζί τους νέο αέρα από τα μικρασιατικά παράλια, ειδικές τεχνικές για την καλλιέργεια κυρίως της σουλτανίνας, τις οποίες μεταλαμπάδευσαν στους ντόπιους κι έτσι η ξανθή πριγκίπισσα τόσο ως νωπό φρούτο όσο και ως αποξηραμένο είδος (σταφίδα) πήρε σταδιακά τα ηνία στην παραγωγή σε σχέση με τη μαύρη (κορινθιακή) σταφίδα.

Η καλλιέργεια πήρε νέα ώθηση και η περιοχή έγινε πόλος έλξης εσωτερικής μετανάστευσης, καθώς πολλοί εργάτες από πιο ορεινά και άγονα μέρη της ενδοχώρας αναζητούσαν μια καλύτερη ζωή κοντά στις ακτές του Κορινθιακού με το σίγουρο μεροκάματο από την καλλιέργεια, μεταποίηση και εμπορία της σταφίδας.

Εκείνη την εποχή λοιπόν, στο Μεσοπόλεμο, ιδρύθηκε στο Βραχάτι από τον σταφιδέμπορο Ανδρέα Λαζανά, η ΕΤΠΑΚΟ δηλαδή ένα μεγάλο σταφιδεργοστάσιο αποχρωματισμού και συσκευασίας σταφίδας. Μάλιστα, για την διευκόλυνση των εργαζομένων, λειτούργησε στο Βραχάτι ενός τύπου ανταλλακτική οικονομία, κόπηκε τοπικό νόμισμα, για την εξυπηρέτηση των εργατών και την πληρωμή τους. Με το νόμισμα οι εργαζόμενοι ψώνιζαν στα καταστήματα του Βραχατίου και στη συνέχεια οι καταστηματάρχες το εξαργύρωναν στον Λαζανά.

Ήταν εκείνη ακριβώς την εποχή της οικονομικής άνθισης που ο Ελευθέριος Βενιζέλος βρέθηκε στο σιδηροδρομικό σταθμό Βραχατίου και στην ομιλία του χαρακτήρισε την Βόχα ως την “Καλιφόρνια της Ελλάδας”!

Οι Βοχαΐτες όπως ήταν φυσικό δεν έλειψαν ούτε από τους μεγάλους εθνικούς αγώνες του 20ου αιώνα. Τόσο στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όσο και στην Μικρασιατική Εκστρατεία, αλλά και τον Β΄Παγκοσμιο Πόλεμο πολλοί νέοι στρατεύτηκαν και έχασαν τη ζωή τους για την πατρίδα.

Τη δύσκολη περίοδο της Κατοχής η σταφίδα και το λάδι κράτησαν ζωντανή την περιοχή και πρόσφεραν την ελάχιστη τροφή στους κατοίκους.

Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου ένα σημαντικό γεγονός λαμβάνει χώρα στο Βραχάτι και αφορά στην υπογραφή του Πρωτοκόλλου παράδοσης της Κορίνθου στις αγγλικές δυνάμεις και τις δυνάμεις του ΕΑΜ. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1944 υπογράφεται το «Πρωτόκολλο του Βραχατίου» που είναι μια συμφωνία μεταξύ νικητών και ηττημένων για την δίχως αντίποινα και αιματοχυσίες παράδοση της Κορίνθου.

Πληθυσμιακή έκρηξη

Η ανάπτυξη που γνώρισε η περιοχή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ήταν ραγδαία. Η καλλιέργεια της σταφίδας και ειδικότερα της σουλτανίνας έδωσε ισχυρή οικονομική ώθηση στους κατοίκους, ενώ ταυτόχρονα τα παραλιακά χωριά μετατρέπονται σε τουριστικά θέρετρα. Βραχάτι, Κοκκώνι, Νεράντζα αποτελούν σημεία αναφοράς για τον εσωτερικό τουρισμό και προσελκύουν πλήθος επισκεπτών.

Τη δεκαετία του ’60 στο Βραχάτι φτάνει ο μεγάλος Έλληνας μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης ο οποίος θα χτίσει το σπίτι του εδώ και θα συνδέσει το όνομά του για πάντα με την περιοχή.

Το 1994 δημιουργείται ο δήμος Βέλου-Νεράντζας με τη συνένωση των ομώνυμων χωριών, ενώ το 1997 με την εφαρμογή του νόμου «Καποδίστριας» δημιουργούνται οι δήμοι Βέλου και Βόχας.

Το 2010 με την εφαρμογή του νόμου «Καλλικράτης», δημιουργείται ο δήμος Βέλου-Βόχας με την μορφή που είναι και σήμερα γνωστός, με έδρα το Ζευγολατιό και περιλαμβάνει τις Κοινότητες: Βέλου, Ελληνοχωρίου, Κοκκωνίου, Κρηνών, Νεράντζης, Πουλίτσας, Στιμάγκας, Ταρσινών, Ζευγολατιού, Βραχατίου, Βοχαϊκού, Ευαγγελίστριας, Μπολατίου, Σουληναρίου και Χαλκείου.